Εγώ...;

Εγώ...;
Ταξιδεύοντας...

Τρίτη 13 Μαΐου 2008

Ο Σάμουελ Μπέκετ και ο ..."ΜΑΝΙΤΟΥ"

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

-Σκέφτηκες ποτέ σου κάτι;
-Ποτέ μου.


Το τέλος βρίσκεται μέσα στην αρχή κι ωστόσο συνεχίζουμε. Ότι γεννιέται, πεθαίνει. Και το αντίστροφο. Κανείς δεν μπορεί να μας τιμωρήσει. Τιμωρούμαστε μόνοι μας. Κι είμαστε τόσο απασχολημένοι να τιμωρούμε τον εαυτό μας, που ούτε καν υπάρχει ο κόσμος για μας. Γιατί χωθήκαμε στα καταφύγιά μας; Γιατί να φοβόμαστε τόσο πολύ τους άλλους; Γιατί να πρέπει να κάνουμε κάποιον να μας μισήσει για να του πούμε σ’ αγαπώ; Τι έγινε και χάσαμε την ανθρωπιά μας;


Η μακέτα της αφίσσας των Φωσφόρων




Ο Μπέκετ έχει περίεργο τρόπο. Όπως ο Μπρίγκελ, στη ζωγραφική, έτσι κι ο Μπέκετ στο θέατρο κοιτάζουν το θέμα τους από μακριά, ενίοτε κι από ψηλά. Κι από ψηλά γελάς με μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Ο Μπέκετ φτιάχνει ένα είδος τραγωδίας-σλάπστικ. Ο ήρωας του Μπέκετ δεν έχει πόλη, χρονολογία, έχει ένα όνομα, κατά προτίμηση μονοσύλλαβο, έχει ένα θολό παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον, είναι προϊόν σύμπτωσης, θεϊκής φάρσας. Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του κόσμου (του), με έναν τρόπο τόσο ανθρώπινο γι αυτό και τόσο γελοίο. Δεν είναι καρικατούρες τα πρόσωπα του Μπέκετ. Όχι. Είναι συνηθισμένοι άνθρωποι σαν και μας, μόνο που για να δεις την ομοιότητα πρέπει να δεις κι εμάς από απόσταση. Μια απόσταση ικανή να φανερώσει το παράλογο που διέπει τις ανθρώπινες συνήθειες. Για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας διανύουμε εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα, χωρίς να απομακρυνθούμε παρά ελάχιστα από το σπίτι μας. Κλεινόμαστε χωρίς εμφανή λόγο σε τσιμεντένια κουτιά για 8 τουλάχιστον ώρες και μετά βιαζόμαστε να πάμε στο ιδιωτικό μας κουτί, που αποκαλούμε σπίτι. Μπορεί μάλιστα να συνυπάρχουμε με άτομα που αποστρεφόμαστε ή και μισούμε, κάποτε και στα 2 κουτιά. Κάποιος που θα μας παρατηρούσε από κάποια απόσταση θα έβρισκε εντελώς παράλογη την συμπεριφορά μας, αλλά εμείς έχουμε 1000 κόλπα για να συνεχίζουμε την φάρσα με την μεγαλύτερη σοβαρότητα. Μερικές φορές μάλιστα μπορεί να την βιώνουμε τραγικά.




«Μα, δεν υπάρχει πιο αστείο πράγμα από την δυστυχία»,


λέει στο έργο η Νέλ, ειδικά αν ανάμεσα σε σένα και στην δυστυχία μεσολαβεί η απαραίτητη απόσταση ασφαλείας. Μα ακόμα κι όταν παρατηρείς από απόσταση την δική σου δυστυχία φαίνεται αστεία. Το πράγμα στο οποίο ανήκουμε είναι τόσο μεγάλο που οι μονάδες χάνουν κάθε σημασία. Μα ως μονάδες δεν το καταλαβαίνουμε αυτό παρά σπάνια. Συνεχίζουμε να βιώνουμε την ζωή σαν να είμαστε το κέντρο της: δραματικά.


"Παίξε και χάσε...και πάψε πια να χάνεις!"
Από αριστερά προς τα δεξιά: Βαγγέλης Ψαρρέας (Κλοβ), Χρήστος Γιαννακόπουλος (Χαμ), Σοφία Μανούσου (Νελ), Δημήτρης Τζουβάρας (Ναγκ)

Ο ήρωας του Μπέκετ είναι τόσο πολύ μονάδα, τόσο πολύ ιδιώτης, που καταντά idiot (ηλίθιος). Έχει ένα ρόλο, που έχει επινοήσει για τον εαυτό του, ή του έχει επιβληθεί άνωθεν. Και στις δυο περιπτώσεις ο ρόλος περιορίζει. Στην πρώτη, ο περιορισμός ασκείται από το ίδιο το άτομο στον εαυτό του, ενώ στην δεύτερη από κάποιον άλλο. Όπως και να ‘χει, το ανθρώπινο ζώο έχει χάσει την θέληση για ελευθερία. Και σιγά σιγά χάνει και την αντίστοιχη ικανότητα.




Ο Χαμ είναι τυφλός και καθηλωμένος σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι.







Οι γονείς του, Νέλ και Ναγκ, με ακρωτηριασμένα τα κάτω τους άκρα, είναι χωμένοι σε δυο σκουπιδοτενεκέδες.




Ο Κλόβ είναι ο μόνος που διαθέτει ακόμα όλες τις αισθήσεις του, αν και κάπως φθίνουσες, επιπλέον δε, διαθέτει ακέραια και τα 4 άκρα του.



Βρίσκονται σε κάποιου είδους καταφύγιο και βάσει των λεγομένων του Κλόβ, που είναι ο μόνος από την τετράδα που μπορεί να ισχυριστεί πως έχει κάποια επαφή με τον ορατό κόσμο, έξω απ’ αυτούς δεν υπάρχει τίποτα σ’ ολόκληρη την πλάση. Και μόνο το στοιχείο ότι ο ένας στους τέσσερις έχει επαφή με την «πραγματικότητα» μας δίνει το δικαίωμα να αμφιβάλουμε για την πιστότητα της μαρτυρίας του. Αν μάλιστα προσθέσετε ότι αυτός ο ένας είναι στην υπηρεσία των άλλων, οι οποίοι δεν φαίνεται να του είχαν φερθεί καλά στο παρελθόν, η αμφιβολία παίρνει πιο στέρεη μορφή.



Ο Χαμ φαίνεται πως είχε βασανίσει τον Κλόβ.



Επίσης προσπαθεί, όσο του επιτρέπει η αναπηρία του, να βασανίζει τους γονείς του, που βρίσκονται σε ακόμα χειρότερη θέση από τον ίδιο. (φωτογραφία από πρόβα)


Ο Χαμ έχει άλλο ένα «κουσούρι».... Την λογοτεχνία!!!

. Φτιάχνει μια ιστορία, ένα μυθιστόρημα, αλλά έχει στερέψει από πρόσωπα, μιας και όλος ο κόσμος έχει καταστραφεί ή έτσι πιστεύει (αναφορά στα ολιγοπρόσωπα έργα του ίδιου του Μπέκετ;) Όμως, όπως το ότι ο Κλόβ έχει βασανιστεί, μας κάνει να αμφιβάλουμε για τις αγαθές προθέσεις του απέναντι στον βασανιστή του, έτσι και το ότι ο Χαμ είναι λογοτέχνης μας κάνει να αμφιβάλουμε για τα πάντα.


Στο πρόσωπο του Χαμ ο Μπέκετ μοιάζει να ειρωνεύεται τον εαυτό του και μαζί όλους τους δυτικούς «ανθρώπους του πνεύματος» τα βαμπίρ των εμπειριών των άλλων, τους αντιγραφείς ξένων ζωών, που η πνευματικότητά τους τους καθιστά εξ ολοκλήρου ανάπηρους, ανίκανους ακόμα και να αυτοεξυπηρετηθούν.



Χαμ -«Δεν ήμουν ποτέ παρών. Απών πάντα. Τα πάντα συντελέστηκαν χωρίς εμένα.» Κλόβ -«Τυχερός ήσουν.» (φωτογραφία από πρόβα)


Ο Χαμ, όπως και οι περισσότεροι «πνευματικοί άνθρωποι» προηγούνται ή έπονται της εποχής τους. Δεν είναι ποτέ παρόντες. Κι αυτό είναι τρομερό. Γιατί καταδικάζει το παρόν να στρέφεται στο παρελθόν, ή το μέλλον. Κι έτσι να χάνει τον εαυτό του.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Σάμουελ Μπέκετ γεννήθηκε το 1906 στην Ιρλανδία. Στα 21 είχε σπουδάσει Γαλλικά και Ιταλικά και το Κολλέγιο Τρίνιτυ όπου διακρίθηκε, τον έστελνε ως λέκτορα της Αγγλικής για 2 χρόνια στο Παρίσι. Στα 23 του ήταν υφηγητής Ρωμαϊκών Γλωσσών στο Δουβλίνο και στα 28 του παράτησε την πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα του για να περιπλανηθεί στην Αγγλία την Γαλλία και την Γερμανία, κάνοντας διάφορες ετερόκλητες δουλειές και παράλληλα γράφοντας ποιήματα, διηγήματα, ,μυθιστορήματα. Στα γαλλικά! Ένας αγγλόφωνος, που γράφει στα γαλλικά! Όταν ρωτήθηκε γιατί γράφει στα γαλλικά είπε: γιατί στα γαλλικά μου είναι ευκολότερο να μην έχω ύφος. Το 1939 ξέσπασε ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος. Γύρισε στο Παρίσι και μπήκε σε μια αντιστασιακή ομάδα. Κι όταν ο πόλεμος τελείωσε ο Μπέκετ εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Η επόμενη 5ετία ήταν η πιο δημιουργική της ζωής του, καθώς έγραψε 3 θεατρικά έργα –Ελευθερία, Περιμένοντας τον Γκοντό, Τέλος του παιχνιδιού- και τα μυθιστορήματα Μολλόϋ, ο Μαλόουν πεθαίνει, το Ακατονόμαστο. Η γλώσσα του Μπέκετ είναι απλή, χωρίς στολίδια. Αυτή η γύμνια των εκφράσεων τους προσδίδει κάτι ιερό. Οι κοινές λέξεις, οι κοινές φράσεις που επανέρχονται, οι χωρίς εμφανές νόημα επαναλαμβανόμενες κινήσεις, έχουν κάτι από θρησκευτική τελετή. Βέβαια επειδή αυτές οι παράλογες τελετουργίες τελούνται από άτομα που δεν φορούν κάποια στολή ή κάτι άλλο που να δηλώνει ένα ιδιαίτερο επάγγελμα, στο οποίο επιτρέπεται να κάνεις τέτοιου είδους παιδιαρίσματα, μας φαίνονται ίσως κάπως ακατανόητες. Αλλά ο Μπέκετ δεν φτιάχνει θέατρο για να ταυτιστούμε. Ίσα ίσα. Το θέατρό του είναι υπαινικτικό και πολυσήμαντο. Είναι υπονομευτικό. Υπονομεύει τα συνηθισμένα συστατικά του έργου: πλοκή, εξέλιξη, κορύφωση. Δεν έχει κανένα. Υπονομεύει τους χαρακτήρες. Δεν τους κάνει ήρωες, ή έστω αντιήρωες. Τους αφήνει στην γκρίζα ζώνη της συντριπτικής πλειοψηφίας των κοινών ανθρώπων. Των ανθρώπων που λες και έχουμε βάλει τον αυτόματο πιλότο. Κι είμαστε προσκολλημένοι με θρησκευτική ευλάβεια στις ρουτινίτσες μας. Υπονομεύει την γλώσσα σαν μέσο ικανό να μας κάνει να μοιραστούμε γνώσεις, συναισθήματα και εμπειρίες. Και κατ’ επέκταση υπονομεύει το ίδιο του το έργο, μιας και δουλεύει με λέξεις κι ο ίδιος.
Κι ύστερα από τόση αφαίρεση τι είναι αυτό που κάνει τον Μπέκετ τόσο απίστευτα γοητευτικό, ποιητικό, παράλογο, σαρκαστικό αλλά και σπαρακτικό, απλό και βαθύ; Ο Σάμουελ Μπέκετ πέθανε το 1989, έχοντας πρώτα αλλάξει με τα έργα του αυτό που λέμε παραδοσιακή λογοτεχνία.



Φωσφόροι. Τι κουμάσια είναι.

Συναντηθήκαμε το 1999. Ανεβάσαμε τα έργα: «Είναι δύσκολο να βρεις το επάγγελμα που σου ταιριάζει» -εργασιακή περιπέτεια-, «Στο φως των άλλων ο κόσμος φθείρεται» -φανταστική βιογραφία του Γ. Σεφέρη-, «Το επάγγελμα του Αη Βασίλη» -παραμυθοκωμωδία-, «Έξω από το κράτος του Ύπνου» -κωμωδία επιστημονικής φαντασίας-. Διοργανώσαμε 1 συναυλία με τους Active Member, 2 με τα Διάφανα Κρίνα και μια συναυλία παραδοσιακής τουρκικής μουσικής.. Στήσαμε 2 εκθέσεις ζωγραφικής και 1 παρουσίαση DVD.


"Τέλος του παιχνιδιού".
Σάμουελ Μπέκετ

Μετάφραση: Κωστής Σκαλιόρας
Σκηνοθεσία: Άννα Βουτσίνου
Σκηνικά, μακιγιάζ: η ομάδα
Κοστούμια: βεστιάριο Δη.Πε.Θε.
Ήχοι: Νάσος Κατσαόυνης
Παίζουν (με σειρά εμφάνισης)
Βαγγέλης Ψαρρέας (Κλοβ)
Χρήστος Γιαννακόπουλος (Χαμ)
Δημήτρης Τζουβάρας (Ναγκ)
Σοφία Μανούσου (Νελ)
Συμμετέχουν ο Γιάννης Φερφυρής και ο Νίκος Καλατζόπουλος
Παραγωγή: «Φωσφόροι» αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία.

Από 18/3 εως και 19/4/2008 στο Μανιτού.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2008

How come...

Time flies near
When time comes to become fear
I seek a way to pick on years
How things go wasted
How feelings tend to strech so I can hear
Hear them sighs
Hear them touch me
When everything comes running behind you
I tend to lose all smells
I need to hear all sounds
All bends seem different
Queries filled up wrongly
What has become of our thoughts?
All this inspiration tends to fall so gently
On my eyelids seem to have a meaning
Inspiration
What fire is that, that loses the battlefield
For what battlefield is, become so real
And with me ears sealed, and my lips so tight,
Come tonight, touch this flaming sprite
Come with me, yet so far away
How come this fear, become so real?
To hold my arm so tight
And all those voices have passed the test
And this test is so me
So me, that your senses kiss this ground and i…
I don’t seem to think straight
And this melody is brighter than I could ever think
How swiftly dawn approaches my sight
My ears are sealed to the only music that can be heard
My muse seems so blind however clear-sighted may seem
All fears drawned in this white-spirited bottle
A bottle I carry for noone
I can’t hold on to this thought as thoughts travel faster than you think… they just travel
As a horn blows a thousand dreams and feelings
How come you ended up here?

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

MANITOY

Πριν κάποιους μήνες, έγινε μια σκέψη από κάποιους φίλους που άνοιξαν ένα bar-άκι στο Βόλο... "Ας κάνουμε βραδιά μουσικών αυτοσχεδιασμών, τις Δευτέρες τ' απογεύματα!!!"

Το πείραμα λοιπόν πέτυχε! Έτσι λοιπόν, άρχισαν να μαζεύονται φίλοι με τα μουσικά τους όργανα και με τις ιδιαίτερες επιρροές τους και να ξεδιπλώνουνε τον κόσμο τους σε μια από τις πιο φιλόξενες γωνιές της πόλης...







Μουσικοί και μουσική ενώθηκαν, και τα γούστα...ουκ ολίγα...

Ο Βαγγέλης και ο Γιάννης, οι οικοδεσπότες μας, απλά μας άνοιξαν την πόρτα, ετοίμασαν ροφήματα και ποτά, άρπαξαν τα όργανα, και ταξιδέψαμε παρέα...

Σημειωταίο είναι ότι κανένας δεν πληρώνεται από αυτή τη φάση...

Πολλές φορές ούτε και ο μεγάλος ΜΑΝΙΤΟΥ...

Αν αυτό δεν είναι φιλοξενία, τότε....


Ελάτε όμως, καθίστε να μοιραστούμε μουσικές, να πιούμε, να γελάσουμε...

Αν λοιπόν κάποια Δευτέρα, περνάτε από Βόλο, κάνετε μια στάση...
Αφήστε ένα μήνυμα και θα έρθουμε εμείς να σας καλωσορίσουμε και να σας πάμε στον ΜΑΝΙΤΟΥ...

Περάστε, περάστε...

Το bar άδειο;;; Για την ώρα...
Η φιλόξενη γωνιά του ΜΑΝΙΤΟΥ

Μεταλλόφωνο;;; Σάζι είναι αυτό που βλέπω;;;


Και μαζεύονται ένας-ένας...

Και αυξάνονται...



Να! Τα πρώτα ακκόρντα...


Ξεσταύρωσε τα χέρια και παίξε μας ρυθμούς!


Όλοι τελικά βρίσκουν το "δρόμο" τους, έτσι;;;



Και Didgeridoo!!!

Με το σάζι έρχονται και τα πρώτα ρακόμελλα...

Ευχάριστη ανάπαυλα...
Ωραίο solo!!! Μπράβο Βαγγέλη!

"Μπαμπά, θα με μάθεις blues???"

Το λοξό βλέμμα του Γιάννη, που κόβει την ανάσα...

Από Ντω βρε, από Do...


Ο κουφός κιθαρίστας το "παίζει" DJ...


Και το party συνεχίζεται...!!!...


Ο μεγάλος Μανιτού βρίσκεται...
Γραβιάς 16, Παλαιά, Βόλος
ή
μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
επικοινωνείστε στο...

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008

Κάπου, κάπως, κάποτε...

Το fanzine σε PDF μορφή
Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον tiletipos που το θυμήθηκε...

Ο ΧΟΡΟΣ...(φοιτητής κάποτε...)

Ο χορός ξεκίνησε
Τα ζευγάρια σμίξανε και πάλι
Ενάντια στα πρέπει και τα μη
Μια νέα Αναρχία
Μια λυτρωτική εφεύρεση
Η μοναξιά
Όχι η ένωση των μοναξιών των ανθρώπων
Μια ένωση μυστική
Κρυφή από τις αδιακρισίες
Και έχτισε παλάτια σε άμμο χωρίς να υπάρχει δίπλα νερό
Σε χώρα νηνεμίας
Πέτρινες φιγούρες
Ακίνητες
Φιγούρες που δεν μπορούσανε να προχωρήσουν
Να αγγίξουν, να νιώσουν, να μολύνουν
Τρομερή πνοή έφτασε στα χέρια των χορευτών και τα πόδια τους στον αέρα
Περήφανα και σταθερά
Αδράξανε τα χέρια τα διπλανά τους
Και οι καρδιές σμίξανε
Χωρίστηκαν οι καθωσπρεπισμοί
Και έγιναν ένα
Ένα με τη ζωή
Ένα με το φως
Απόμακροι χορευτές που ταλαντεύονταν
Μακριά…
Μακριά και ανέγγιχτοι
Από τις αμετακίνητες φιγούρες
Που ο χρόνος κατέτρωγε σιγά σιγά
Ο χρόνος αυτός…
Που γιάτρεψε το χορό των ζευγαριών

ΜΥΣΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ...(πραγματική ιστορία)

Εκεί που το παραμύθι συγκρούεται με την πραγματικότητα, κρύβεται μια μεγάλη κι ανατριχιαστική ιστορία. Δεν θα μάθει ποτέ κανένας το νόημα του παρελθόντος.
Κρατάμε ένα παράθυρο ανοιχτό για ότι περιπλανιέται έξω και θέλει να εισέλθει. Όλα αυτά που κουβαλούν μηνύματα μυστικά. Πεταλούδες μαύρες με πορτοκαλί πιτσιλιές. Ένα όνειρο. Κάτω από τον κέδρο.
Σαν χθες ήταν η αρχή της κοσμογονίας. Πίσω από το τζάμι, καθόμασταν και ακούγαμε την βροχή. Μουσική επένδυση θολού απογεύματος. Με μια πικρή γεύση στο στόμα και δάκρυα στα μάτια μου μίλησε. Ήταν αδύνατη, χλωμή και ντυμένη στα μαύρα. Είχε, λεει, κάποια χρόνια να μιλήσει σε κάποιον. Κάτι μου είπε για μια φυλακή, μια ψυχή καταπονημένη από την αθλιότητα της γενιάς της.
Κι εγώ απλώς άκουγα. Αφουγκραζόμουν και τον παραμικρό θόρυβο που έβγαινε από το στόμα της. Σταυροπόδι στο πάτωμα, με φόντο ένα παρεώ με μάσκες αφρικάνικες σε περίεργα χρώματα.
Μετά έπιασε ένα χαρτί κι ένα στυλό για να μου δείξει δυο-τρία σύμβολα Κέλτικής καταγωγής. Κατέβασα δυο γουλιές μπύρα κι έβηξα. Την κοίταξα με νόημα. Δεν της είπα τίποτα.
Και συνέχισε: ‘Άρρωστος ρομαντισμός! Το καταλαβαίνεις;’
Έγνεψα πως, ναι καταλάβαινα. Διψούσα όμως για λεπτομέρειες. Δεν μου έφταναν τα ψίχουλα με τα οποία τάιζε το μυαλό μου.
Με κοίταζε βαθιά στα μάτια. Μου ήταν ακατόρθωτο να αφαιρεθώ και να σκεφτώ κάτι άλλο. Άναψε ένα τσιγάρο και κατάπιε τον καπνό. Εισέπνευσε βαθιά. Μετά κόλλησε το βλέμμα της στον δρόμο. Άρχισα να ψάχνω μια κασέτα. Κάτι που να ταίριαζε με την περίσταση. « Δεν φοβάμαι να ζήσω. Φοβάμαι τη νύχτα. Ένα πελώριο στόμα θέλει να με κατασπαράξει». Προσπαθούσα να επεξεργαστώ το μήνυμά της. Με δυσκολία… Κι ενώ άρχισε να σουρουπώνει, η βροχή σταμάτησε.
Κάπου μακριά ακούγονταν μια σειρήνα. Και τότε κατάλαβα! Ήταν τόσο παιδί! Θεέ μου, τόση αθωότητα. Νόμιζα πως ήμουν ο πιο τυχερός του κόσμου, ο τελευταίος ή μάλλον ο πρώτος που είχε την τιμή να γνωρίσει τόση αγνότητα μαζεμένη. Μετά απορροφήθηκα στις σκέψεις μου. Τα άτομα που γνώριζα είχαν ξεχάσει ν’ αγαπούν, να αισθάνονται οτιδήποτε. Ξαφνικά ένιωσα ένα σκούντημα. Τα μάτια της ζητούσαν βοήθεια. Κι εγώ, μην ξέροντας τι να κάνω, της έπιασα το χέρι. Μ’ έσφιξε. Φοβόταν, το έβλεπα. «Μην με ξεχάσεις. Μη με πετάξεις. Θέλω να σε νιώθω πλάι μου».
Πρώτη φορά που ένιωσα μοναδικός. Δεν με πείραζε που δεν την είχα δικιά μου. Δεν μ’ ένοιαζε. Διαπίστωνα ώρα με την ώρα το μεγάλωμα μιας φιλίας.
Άρχισε να σκοτεινιάζει. Άναψε ένα κερί και με τη φλόγα άναψε ένα τσιγάρο. Την μιμήθηκα. Πόσο εύθραυστοι είμαστε εμείς οι άνθρωποι! Κάπου διάβασα ότι είμαστε μια όμορφη και τρυφερή εφεύρεση. Την κοίταξα και διαπίστωσα πόσο κακό της έκανε το παρελθόν. Και τότε την είδα να προσπαθεί ν’ αδράξει κάτι άγνωστο και ξένο γι αυτή. Την ικανότητα να ονειρεύεται.
Χώρες ξένες, πιωμένα ξωτικά μέσα στα δέντρα. Άδραξε μια ηλιαχτίδα κι αποκοιμήθηκε… Χωρίς να φοβάται τη νύχτα. Έσβησα το κερί και την πήρα αγκαλιά.
Στον ύπνο μου είδα το παραμύθι να παίρνει σάρκα και οστά. Τώρα δεν ήμασταν μόνοι.
Αισθάνθηκα σαν τον άνθρωπο του Αστούριας, που τα είχε όλα, όλα, όλα…

Κάποτε είχα γράψει...

Ο ΑΛΗΤΗΣ
Έγραψες ένα σύνθημα στον τοίχο
Έλεγε για πόνο
Χάραξες μια λέξη στο ξύλο
Έλεγε λησμονιά
Πέταξες κάτι ανύπαρκτο για σένα στα βάθη του μυαλού σου
Φώναζε αθωότητα
Τρόμαξες σαν είδες μια σκιά στο παράθυρο
Λέγε με θλίψη
Σαν κάποτε, έτσι και τώρα πάνω στο ξυράφι
Από τη μια το τίποτα, από την άλλη τα πάντα
Μέχρις εσχάτων
Θα παλέψεις;
Διώξε τον αλήτη
Αν βέβαια μπορείς
Κι εκείνος θα σου φωνάζει: « δεν θα ξεφύγεις χωρίς αμυχές»
Ξέρει καλά το παιχνίδι
Άλλωστε πάντα έπαιζε
Έχανε και κέρδιζε
Απαθής τώρα σε κοιτά
Δεν θα σου πει κουβέντα
Μόνο θα σε πάρει αγκαλιά
Με δυο χέρια καυτά από τα δάκρυα του παρελθόντος
Θα σε παγώσει το βλέμμα του
Ξέρει πολλά περισσότερα από όσα νομίζεις
Σε καρφώνει βαθιά στα μάτια, σε σημείο που το κεφάλι σου ξεχνά
Τώρα ο αλήτης ξέρει
Γνωρίζει την ιστορία σου και την κάνει θαμμένο μυστικό
Θέλεις να φύγει;
Σκέψου καλά
Θα χάσεις κάτι που πολλοί το κυνηγούν
Έχει κάτι στην ψυχή που δεν υπάρχει χωρίς ανίχνευση στα έγκατα του καθενός
Επέζησε στα πιο περίεργα πεδία μάχης
Κατά τύχη ίσως…
Κατέχει όμως την τέχνη του πολέμου
Πώς θες να παλέψεις χωρίς όπλα;
Δεν ξέρεις πως είναι στ’ αλήθεια η ζωή!
Θα σε φαει ζωντανή
Ο Παύλος το είπε, και ο αλήτης σου το ξαναλέει
Ξύπνα επιτέλους
Πόσες παρωπίδες τέλος πάντων έχεις σ’ αυτά τα μάτια, που είναι κατακόκκινα από δάκρυα;
Ο αλήτης ξέρει και μπορεί
Πιάσε το χέρι του
Νιώσε το ρυθμό του
Ζήσε τον
Κι αν βαρεθείς, φύγε…
Ελεύθερη βούληση σου προσφέρει
Άδραξέ την
Γιατί όλοι μια φυλακή σου χτίζουνε
Όλοι εκτός από τον αλήτη
Λύκος μόνος τις πιότερες φορές, παρέα τις λιγότερες
Και σου γράφει ποιήματα
Στιχάκια ακατανόητα
Ψαγμένα και χαμένα μαζί
Ανήθικος και απαράδεκτος
Τσατίλας στην πισώπλατη μαχαιριά
Όμως ξέρει τι θέλει
Εσύ δεν ξέρεις
Τον βλέπεις τώρα, σκυφτή φιγούρα
Αργά θα σηκώσει τα μάτια και θα σου γνέψει να κάτσεις
Θα σε κεράσει ένα ποτήρι πίκρα
Κι εσύ, μετά από χρόνια, θα το πίνεις στην υγειά του



ΜΥΡΙΖΕΙΣ ΣΑΝ ΤΟΤΕ, ΣΑΝ ΤΩΡΑ...

Μυρίζεις θλίψης άρωμα
Σαν τότε, σαν τώρα
Ακουμπάς στον τοίχο, γέρνεις το κεφάλι
Γιατί ξανά και πάλι στο δρόμο χάνεσαι
Μυρίζεις τρόμο, στο λέω πάλεψε ξανά τις αναμνήσεις
Νιώσε την πάλη στο μυαλό σου
Και τώρα θα πεις την αλήθεια του τραγουδιού που γράφτηκε για σένα
Ο πόνος τόσος και ο παλμός ανεβαίνει
Στο ημίφως μοναχή θα ζήσεις
Εκτός αν σβήσεις το ψέμα που σου είπαν
Ψάξε το όνειρο στα έγκατα των ανθρώπων
Μυρίζεις γιασεμί σαν άγγελος του ποτέ
Σαν να ήσουν στο πουθενά
Σ’ ένα παράλογο ψεύδος
Σε μια δίκη, η μόνη ένοχη
Μην χαθείς έτσι απερίσκεπτα
Γιατί έχεις τόσα να δόσεις
Μια τρυφερή εφεύρεση
Και γίνεσαι μικρή για να χωράς μόνο στο σκοτάδι
Εκεί που κρύβονται τόσοι άλλοι
Και περιμένεις, αναμένεις
Σινιάλο παράτολμο
Χωρίς μια ματιά
Μυρίζεις σαν τότε…
Σαν τώρα…
Όπως ποτέ ξανά δεν θα μυρίσεις
Αθωότητα χαμένη στην πλάνη του παραλόγου
Μόνο άκουσε αυτά τα λόγια
Χάραξέ τα στον τοίχο
Να τα βλέπεις τη νύχτα
Πριν να πλαγιάσεις
Αν είναι να σε νιώσω, θα το κάνω
Μα τι λες τώρα;
Κι όμως μυρίζεις ακόμη
Εγώ το νιώθω
Ίσως ο μόνος να είμαι
Εσύ τι νιώθεις;
Μην μου πεις
Παρά μόνο στην ανάγκη
Όταν πια δεν θα μυρίζεις
Σαν τότε… Σαν τώρα



ΟΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ
Οι αρουραίοι βγήκανε στη επιφάνεια όταν δεν τους περιμέναμε
Μόνο αυτοί το ξέρανε
Άνθρωποι-αρουραίοι, μοιραίοι, χωρίς μια σταθερή διαδρομή
Και τρόμαξαν τα θηρία
Και φόβισαν τα βουνά
Χάραξαν τις φάτσες τους με σκουριασμένη και στομωμένη λεπίδα
Για να ξεχωρίζουν παντού
Ακόμη και τη νύχτα
Όταν βγαίνουν από τις φωλιές τους λογιών-λογιών πλάσματα
Η πείνα τους οδηγεί στην αθωότητα, στην καλοσύνη, στην τυφλή εμπιστοσύνη
Ευπιστία… Ότι ζητάνε! Στα μέτρα τους!
Ψάχνουν το επόμενο θύμα
Ετοιμάζουν τραπέζι, στήνουνε χορό, ένα γλέντι…
Καλεσμένοι όλοι εσείς που αρέσκεστε στη βρώμα και την αηδία
Που το μίσος σας τονώνει κι η αγάπη σας τυφλώνει
Εσείς που χτίσατε το θρόνο σας σε μνήματα
Δεν αποδέχεστε σπάνια αγνότητα, μόνο μυρωδιές βόθρου ασπάζεστε με μανία
Και στη ανηφόρα όπου όλοι αγωνίζονται να βγουν στην κορυφή,
εσείς με πουστιές παίρνετε προβάδισμα
Έτσι μάθατε…
Κι όσο για τους υπόλοιπους από εμάς,…
Κάποια στιγμή, λόγω των περιστάσεων, θα μεταλλαχθούμε κι εμείς
Σε δολοφόνους αρουραίων!